ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ

WELCOME AND EΝJOY

4 March 2026

Ματωμένο φεγγάρι




Φεγγάρι μου, σαν πας για να κρυφτείς πίσω στο μοναστήρι,
σβήσε, για να συσκοτιστείς,
απ’ τα drone για να σωθείς
που η τρέλλα θα τα σπείρει.

Κι αν τύχει και από ψηλά πύραυλο αντικρίσεις,
ρίξε αμέσως κεραυνό,
ασπίδα κάν’ τον ουρανό
να τον αναχαιτίσεις.

Φεγγάρι μου από ψηλά κράτα τον κόσμο σώο,
από βοριά ως και νοτιά,
λάβα, εκρήξεις και φωτιά
μην πέσουν σε αθώο

Θουκής 4 Μαρτίου 2026

27 February 2026

Η πέρτικα




Μαύρο μαντήλι στον λαιμό, τζιαι κοτςσίνα τα σιήλη,
της ζέβρας έσσιεις τες γραμμές,
ποιος έν’ πο πάνω σου, αμμές;
τζιαι τρέχουν οι σσιύλλοι.

Ατός τζιαι κάττος τζ’ αλουπός, τζιαι ο τσιηνιός σε τρέχουν,
να σε ξυλίψουν προσπαθούν,
καθόλου δεν σε συμπαθούν,
κά-κα-ρα δεν αντέχουν.

Τζιαι οι επόμενες γενιές πέρτικα έν’ να βλέπουν
μες στα βιβλία φυσικά,
σελίδες, περιοδικά,
άμαν τους επιτρέπουν.

Θουκής Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 20

Τα αγκάθκια




Όμορφη που ’σαι σπαλαθκιά,
με τους ανθούς σου στα κλαθκιά,
να χώνεις τα αγκάθκια,
τζι’ όποιος εν να ποταβριστεί
να κόψει να σε μυριστεί,
δακρύζεις του τα μάθκια.


Παλλούρα μα τζιαι μοσφιλιά,
ο βάτος τζιαι η αγρελιά
έχουν τζιαι τούτα αγκάττι·
΄κόμα τζι τριανταφυλλιά,
με φκιόρα κότσινα φιλιά,
κτέρνουν σαν να ’ναι κάττοι.


Μα τες μιαλλύττερες πληγές
μες τες καρκιές βαθκιές πηγές
τες κάμνουν οι ανθρώποι,
δίχα αγκάθκια αιχμηρά,
μόνο με λόγια για πυρά
τζιαι σαπιμένοι τρόποι.

Θουκής 27 Φεβρουαρίου 2026

20 February 2026

Πε μου λοιπόν τον φίλο σου

 

Ο φός, λαλούν, στον άνθρωπο εν σαν το χαλινάρι
που έσσιει τζιαι το άλογο
πο’ ν’ άμυαλο, παράλογο,
για να το κουμαντάρει.

Το μίσος τζι ο φανατισμός το πλάσμα το σαπίζει,
ζοφώνει του την όραση
τζι ομπρός στην τηλεόραση
θωρεί οχτρούς τζιαι βρίζει.

Τρία κακούργα υλικά, τζιαι τζείνος που τα σπέρνει
θερίζει ρεπανόσπορο,
με αστραπές στον Βόσπορο,
τζιαι ζημιωμένος βκαίνει.

Πε μου λοιπόν τον φίλο σου, για να σου πω τι είσαι·
τζι αν είσαι πρώτα άδρωπος,
στα μάθκια λεβεντάνδρωπος,
αγάπησε τζιαι ζήσε.

Θουκής 21 Φεβρουαρίου 2026

18 February 2026

Αθασιά

 



Σαν τη νύμφη στολισμένη,
αθασιά της Αησσιές,
μες στο πράσινο στημένη,
σ’ αζουλεύκουν καϊσιές.

Με τ’ άνθη τα ωραία
που η άνοιξη σου ΄δκιά,
τζιαι οι μέλισσες παρέα
κλέφκουν γύρη με ποδκιά

Μα αν φυσήσει ΄νας αέρας
μες σε άσιημο τζιαιρό,
εν να μείνεις πκιον τιτσίρα
με το κρύο τσουχτερό.

Θουκής 18 Φεβρουαρίου 2026

10 February 2026

Ο νους τους

 


Λαλούν το πως ο άδρωπος, με σσιέρκα αν δουλεύκει,
αρκάτη τον βαφτίζουσιν, τζιαι μια ζωή παλεύκει.

Αν με τα σσιέρκα τζιαι τον νου, μες τούτον τον πλανήτη,
νύχτα τζιαι μέρα μασιέται, φωνάζουν τον τεχνίτη.

Με σσιέρκα, νου μα τζιαι καρδκιάν, αν ζήσειν έσσιει τέχνη,
θαυμάζουν τον τζι΄ γύρω του, λαλούν τον καλλιτέχνη.

Τζι΄ άμαν το πλάσμα του Θεού, δουλεύκει με τη γλώσσα,
λαλούσιν εν πολιτικός, που τρώει μας καμπόσα.

Τζιαι έτσι είπαν οι σοφοί σε ούλους τους γνωστούς τους:
άλλους δουλεύκει το κορμί, τζι’ άλλους δούλευκ’ ο νους τους.

Θουκής Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2026

9 February 2026

Δ.Δ.Ο


Γη της ελιάς, της αθασιάς,
της Αησιές τζειν της πασιάς,
τζιαι της λεγνής της Τούλλας.
 του κόνιζου, του θυμαρκού,
του γιασεμιού, του λασμαρκού ,
κολοκασιού τζιαι πούλλας.

Γη που σ΄ έκοψασιν στα δκυό
καμιά Ελπίδα εν σου δκιώ
να ξαναγίνεις ένα
Εμείς ποδά τζείνοι ποττζεί
χώρκα οι Τούρτζιοι που Γραιτζιοί
δκυο κράτη αγαπημένα

Λαλούν το μόνο στα κρυφά
τζι’ όμως κανείς δεν αψηφά
στον ΟΗΕ να θέσει
Τζιαι το ποσκόλιο προχωρά
με Δ.Δ.Ο αναφορά
τάχατες εν η θέση.

Θουκής Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2026

7 February 2026

Η φύση χαμογέλασε.






Η φύση χαμογέλασε τζιαι την χαρά δεν χώνει

Εσιώνοσε τα χρώματα

Τζι απλώσαν τα αρώματα

Σε πράσινο σεντόνι

Μια λάμψη όλη η ζωή και όλα μια ιδέα

Σε πίνακα μια πινελιά

Της άνοιξης αμυγδαλιά

Με άγρια ορχιδέα

Ηβρα τζιαι γιώ το κάτι τοις σήμερα παλληκάρκα

Στον όχτον μου τον τακτικό

Στην εφτομά δεν ιξαρκώ

Να κόψω μανητάρκα

Θουκής 7 Φεβρουαρίου 2026

5 February 2026

Κόλακας τζιαι συκοφάντης

 


Ούλλοι στής σπάστρας τα χαρκιά θέλουν να έχουν φάντη,
τζιαι στη ζωή ποφεύκουσιν άνθρωπο συκοφάντη,
που εν τα λόγια του ψατζιή σαν φίνα κοντονούρα,
τζιαι όπου σταθεί τζι’ όπου βρεθεί, σκορπά βρωμιά τζιαι ζούρα.

 

Μα πρώτο έχουν σε σειρά του κόσμου ούλλοι ψήφοι
τον κόλακα που με τα «μου» σκατένιο κόλο γλύφει.

Ο κόλακας εν δαίμονας τζι’ ο συκοφάντης τέρας,
στον νου τους έχουν τζιαι οι δκυο τα πόδκια μιας «τσαέρας»,


Που πίσω σε καρφώνουσιν, μπροστά σου με γελούδκια.

Βόλεμα θέλουν στη ζωή, παππούς, παιδκιά, γκονούδκια.

 

Θουκής 6 Φεβρουαρίου 2026

17 January 2026

Λαός στιφάτος.





Ανάθεμά την πείνα μου, ανάθεμά τη φτώσια,
πολλά το κρέας πεθυμώ τζιαι έν’ έχω ούτε γρόσια.
Έτσι το αποφάσισα, να βκω αποσπερίτη,
τζι’ έναν λαό στο πι και φι να φέρω μες στο σπίτι.

Θα τον ξεγδάρω μονομιάς έξω στα σκαλοπάθκια
τζιαι θα τον κόψω σε μιτσιά δεκαοκτώ κομμάθκια.
Ένα κιλό κι άλλο μισό κρεμμύδκια σ’ ένα πιάτο,
ανάφκω μέτρια νησκειά τζιαι κάμνω το στιφάτο.

Παρθένο ελαιόλαδο ρίχνω στην κατσαρόλλα,
τα τσιγαρίζω στην φωθκιά για να ροδίσουν ούλλα.
Ποτήρι κότσινο κρασί προσθέτω να μυρίσει
τζιαι τα κρεμμύδκια στη σειρά του βάλλω για να αχνίσει.

Ρίχνω τζιαι ντοματοπολτό, σωστά δκυό τενεκεκούδκια,
δάφνη, κανέλα, μπάχαρι — γεύση για κοπελλούδκια.
Βάλλω τζιαι λλίο ζάχαρη, το αλάς τζιαι πιπέρι,
ξύδι τζιαι σκόρτο ελαφρώς τη μυρωθκιά να φέρει.

Ψήνω σε χαμηλή φωθκιά μισή ώρα τζιαι κάρτο,
στρώννω τραπέζι βασιλιά, ξυπνάτε με για νάρτω.
Ανάθεμα τον που χρωστά, πάντα υπάρχει νύχτα·
να φάω τζιαι γιω λαό τζιαι ας με πιάσει νύστα.

Θουκής 17 Ιανουαρίου 2026