Κλαρί κλαρί τζιαι έστησε φωλιά πάνω σε δέντρο,
τζι’ ήταν απροσπέραστη, γιατί έβαλε την κέντρο.
Αρκίνησε πκιον να γεννά τ’ αυκά της ένα ένα,
κατσικορών’ σπρόμαυρη, με τα φτερά ππεσμένα.
Ο κούκος την εσιάστηκε που έφυεν για λλίον,
τζι’ ένα αυκό της γέννησεν που έπιαννεν βραβείον.
Κοσπέντε μέρες έκατσε τζιαι τ’ άβραζε καπάλλι,
τζιαι τα πουλλούδκια ΄βκήκασιν ούλλα τους γιάλι άλι.
Μα το κουκούι, με φωνή τζιαι λυπημένο κλάμα,
έκαμεν την, τζιαι το φαΐ εδκίουσέν του σαν τάμα.
Σιγά σιγά εμιάλυνεν τζιαι κούντησέ τα κάτω
που τη φουλιά τα πιο μιτσιά, τζιαι ψοφήσαν στον πάτο.
Τζιαι έτσι για πάντα γίνεται, αιώνα σε αιώνα,
μεινήσκει το αναγιωτό με την κατσικορώνα.
Θουκής 2 Ιουνίου 2026