ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ

WELCOME AND EΝJOY

16 June 2017

Οι ποιητές



Κάπου στα χρόνια της σκλαβκιάς, πού ΄τουν  Τουρκοκρατία
Εφτάσαν στου Πασά τα αυκιά
Πως οι Ρωμιοί πας΄τα χαρκιά
Εδκιούσαν του αιτία

 Είπαν του ότι άκουσαν, πως πάσκουν να ενώσουν
Τάχα τες κάποιοι  ποιητές
γράφουσιν λέξεις  φατσιτές
τους Λάς να ξεσικώσουν

Τζιαι ευτύς το αποφάσισε , δίχα λεπτό να χάσει
Τούτους τους δήθεν ποιητές
Να τους συνάξει τες γιορτές
Τζ΄ ούλους να τους  κρεμμάσει

Πέμπει φιρμάνι πρόσκληση  να τους παραπλανήσει
Τζιαι γράφει τους ποϋριστά
Τραπέζι,  κρύα τζιαι ζεστά
Θα τους παρακαθίσει

Τζι όσοι την ΄δκιαβάσασιν ετρίψαν την σκεμπέ τους
Τζι είπασι το ισh Αλλάχ
Να φάσειν  δίχως ένα αχ
Μούχτιν που τον εφέν τους

Την τζερκατζή πο-λείτουρκα την δεδομένη ώρα
Όσοι ΄ταν ποιητάριες
Στα χρόνια πενηντάριες 
 Βρεχήκασιν  στην χώρα

Με΄στο Πουγιούκ Χανί , εκάτσαν στο τραπέζι
Καρζιείν στην μέση ο Πασάς
Άγριος κοτσινοφεσάς
Γελά τζιαι περιπαίζει

Λαλεί τους έλα πέτε μου. πριχού να σας συνάξουν   
Ποιοί  γράφουσι ποιήματα
πέτρες βουνά τζιαι μνήματα  
για να μας ποντινάξουν

Ούλλοι ευτύς εβόβωσαν, εχάχην η φωνή τους
Είαν κρεμμάλλα στην γωνιά
Να κρέμεται στην συκαμιά
Τζιαι πιάστην η πνοή τους

Λαλεί του ¨Κάκο Κουτσοφτή που σεις κορμί να δέρνεις  
Την τέχνη ποιός σου έμαχεν
Τζιαι να το δώ μου έλαχεν
Ότι τα καταφέρνεις?
 
Τζι΄ από τον φόν του σήκωσε, τους νόμους τζιαι το σιέρι
Εγιώνι εν τζιαι του λαλεί
Όποιος φίλος  μας καλιεί 
Κάμνω τους τον σιοφέρη

Φακκά τ΄αρφού του μια κουγκιά ¨  μίλα τζιαι ΄σου ΄νει λάκτα¨
Τζιαι πολοήθει  ο Χαμπής
Πασά μου είμαι συνεπείς    
 σάζώ μόνο τα  τράκτα

Τζια αμέσως εξεθάρεψεν τζιαι ο Γιατρός τζι ορκίστην
Εφέντη μου εν άδικο
Που με ΄φερες κατάδικο
Ένα αθώο  κτίστην


Τζιαι γιώνι ο Χριστόδουλος που το Πραστειό το άλλο
Πηαίνω μόνο εκκλησιά
εν βκάλλω ούτε συντησιά
αρέσκει μου να ψάλλω

 Αλλάχ πελά σινί βερσί,  πετάσει ο Ναπολέων
Τούτα τα λόγια τ΄άκουσα
Τζ΄εβκήκασιν Κοτζιά Πασά
Κουτσομπολιά των νέων

Δίει το βρύ του  Αγάς,  δκια μιά κλωτσιάν της σκάφης  
Πε μας τζαι σούνι  Δημητρό
Εις της Μεννόγιας το δεντρό
Πάς το χαρτί τί γράφεις

Τζιαι πολοήθει τζιαι λαλεί , σαν το πουλλίν που τρέμει
Με να συντάξω ιμπορώ
Ξυσκόλησα που ΄μουν μωρό
Γιατι ήρταν οι πολέμοι

Μα η Τασία πάρα τζεί,  σαν Δκιάκος Αθανάσης
Τσιαττώ λαλεί του για΄ ΄ρωτα
Αγάπης λόγια ξέρω τα
Πάρμε να με κρεμμάσεις
 
Τζιαι εσυκώστην τζι΄ο Χαμπής , ο ποιητής Αχνιώτης                                                                                                                                     
Τους φίλους υπεράσπισεν , γιατ ΄έν ήτουν προδότης
Λαλέι του ¨Μεχμέτ Πασιά ,  κρέμας΄με ΄μένα μόνο
Που υπηρετώ την ποίηση  τζιαι με μεγάλο  πόνο
Τζι αφης΄τους τούτους λεύτερους,  να μεν έσσιεις το κρίμα
Αν  τζι΄εδοτζιμάσασιν να γράψουν καν ΄να ποίμα
μεν θεωρείς εν ποιητές,  τζιαι πάσην ούλοι θύμα
Ακόμα τζι ο Καράγιωρκης , που πάντα ταπισόν μας
Βκάλει μας νάκκο βίντεο , να μείνει των παιδκιών μας  

Άκουσε  τούτα ο Πασιάς , τζιαι σκέφτηκε τζιαι είπε
Είσαστε ούλλοι πλάσματα , καλά φάτε τζιαι πιείτε

Θουκής 17 Μαΐου 2017


   






  

   

Το αμάξι της Ειρήνης Unite Cyprus Now


    Το αμάξι της Ειρήνης Unite Cyprus Now


    Ο Τζιαμαλής γιος του Μουλλά, που την Αναφωτία
    Ένα αμάξι έστησε
    Τζιαι νεαρός απέκτησε...
    Πρωτιά τζιαι γοητεία


    Τ ΄αμάξι το μοναδικό, που μέταλλο τζιαι ξύλο
    Είσσιεν τροχούς με λάστιχα
    χειρόφρενα αντίστοιχα
    τζιαι προκαλούσε ζήλο


    Τό ΄ζεγνεν με τον σιερκά, το γλήορο γαούρι
    Τζιαι που τζιαμαί που έρεσσε
    Κόρτωνε να τον σιαίρεσε
    Τζιαι να του βκαίνει γούρι


    Μεσόν του ΄ξήντα-τέσσερα, που΄ ρταν οι φασαρίες
    Το φόρτωσε με πράματα
    Τζιαι με καμούς τζιαι κλάματα
    Να φέφκει πιόν τον είες


    Στο Τζιβισίλι άραξε , πο ΄τζεί που την Απλάντα
    Τζιαι που τον νούντ΄εν πέρασε
    Πως η ζωή τον τζιέρασε
    Την προσφυγιά για πάντα


    Το εβδομηντατέσσερα , πόλεμος νέα τάξη
    Το δράμα δήθεν έληξε
    Τζιαι στα Λιμνιά κατέληξε
    Με δίχα το αμάξι


    Ποτζιεί εζιέν ο Τζιαμαλής , ποδά είσσιεν την σκέψη
    Τζι΄ εψάχνε ένα άνθρωπο
    Συγχωρκανό, φιλάνθρωπο
    Τ΄ αμάξι να του πέψει


    Εγέρασε τζιαι πέθανε , μακρά που το χωρκόν του
    Τζι΄ έσβησε τζιαι το όρομα
    Να πάρει εις στο όργωμα
    Τ΄αμάξι το δικό του


    Τζείν΄ το καρούϊ έμεινε, μόνο χωρίς τον μάστρο
    Ποτζιοί, ποδά πετάμενο
    Εις την βροσιήν στον άνεμο
    Στον ήλιο τζιαι στο άστρο


    Σε θερισσό τζι΄ακάμωτο, με το ορμάνι ζώστει
    Κανένας εν τ΄ αγάπησε
    Εσκούρκανε τζιαι σάπησε
    Τζιαι π΄ αντροπή εχώστει


    Μία ελιά εβλάστησε , κάτω που την οσσιάν του
    Τες ρίζες της, τες έβρεξε
    Εψήλωσε τζιαι έρεξε
    Απου το πάτωμα του


    Άπλωσε κλώνους η ελιά, τζιαι αγκαλιά γαλήνης
    Στην ιστορία το΄βαλαν
    Οι χωρκανοί τζιαι το ΄βκαλαν
    Τ΄ αμάξι της Ειρήνης


    Ελιά τζι΄αμάξιν συντροφκιά, σαράντα-τρία χρόνια
    Το μίσος τούτα έκαμε
    Λάθος πορεία πλέξαμε
    Γονιοί, παιδκιά, τζ΄αγγόνια

    Γεώργιος Καραγιώργης 13 Ιουνίου 2017


10 June 2017

Εφάαν τα οι κάττοι



Σ ΄ένα χωρκό του ύψαρου , γνωστό του Μικελλίδη
 που βκάλλει έξυπνα μυαλά
 σταφύλια , κόνναρα καλά
 τζιαι για τα νευρά Ξύδι

Μια νύκτα που ΄τουν φεγγαρκά, αρκές του πρωτο-Γιούνη
 μια παρέα κολλητοί
 τζιαι αμφαλοδητοί
 πινούσαν σαν γουρούνι

Η ώρα έρεξε εννιά ώσπου να συνακτούσιν
 τζιαι κουρκουρίζει η τζιοιλιά
 πον έβαλεν ούτε ελιά
 που το πορνό λαλούσιν

Ισιώσασιν κατά το Ζύ, να φάσιν το ψαρούϊν
 επιθυμήσαν το πολλά
 εανεί φασούλια πιον ολά
 κρομμί τζιαι τσαρτελλουϊ

Τζιαι πλώσασιν οι φίλοι μας πρώτο τραπέζι πίστας
 με το λιμάνι να καρτζίν
 φαίν εθέλασιν χαρζίν
 πριχού πεσούν της νύστας

Σαλάτα, φέττα τζιαι ψουμί , χούμoι, τασσιή ΄ ταν μέλι
 ελιές, ντζατζίκι, ταραμάν
 κάμαν΄τα ούλλα γιάομάν
 τζιαι κάμαν την αμπέλι

Τζιαι καρτερούν γιανά γιανά, τζιαι το γλυκό για να΄ρτει
 Πιατέλλες ψάρκα έμεινα, τζ΄ εφάαν τα οι κάττοι
 Θουκής 10 Ιουνίου 2017

Το ποίμα είναι φανταστικό και καμιά σχέση έχει με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα