Έχω μια λίμνη πον κρυφή τζιαι πίνουν μόνο φάσσες,
μήτε λαοί κοντεύκουν της, ούτε τζιαι οι μπεκάτσες.
Εν μες τα πεύκα, στον οσιόν, μες τε σιηνιές γυρόν της,
θρουπιά, μαζιά τζιαι σπαλαθκιές σιεπάζουν το νερόν της.
Τζι’ ούλλες οι γκριζόασπρες σιαίρουνται την ποτίστρα,
πο ’ν’ νακκουρίν μιτσόττερη που γαουροτζυλίστρα.
Λούνουνται, πιτσικλίζουνται τζιαι κάμνουν παναύρι,
τζιαι τζυνηοί γυρεύκουν τες χωσμένοι σε τσιατήρι.
Στο ξύπνιο ονειρεύκουνται, στον ύπνο τους θωρούν τες,
σηκώνουν το σιεπέττο τους, στοσιεύκουν τες — μα πούντες;
Ήντα σας φταίξαν τα πουλιά, ρε μάγκες πουλλοκτόνοι;
Δώστε παμό, αφήστε τα, τζ’ η φύση γεριμώνει.
P.S. Την λίμνη τούτη την λαλώ ότι στον νου μου λάχει,
τζιαι πάσιν τζιαι γυρεύκουν την στον χάρτη κάποιοι βλάχοι.
Θουκής — 13 Αυγούστου 2026